Written by
verbal
in
no category
Finding Oscar - Α' Γυναικείος
Την προηγούμενη εβδομάδα είχα υποσχεθεί να ξεκινήσουμε το παιχνίδι του μαντέματος με το Όσκαρ α’ Γυναικείου, για να μετράμε αντίστροφά τις μέρες μέχρι τη μεγάλη απονομή. Φέτος, η πεντάδα των υποψηφίων χωρίζεται στα δύο, με τρία ονόματα να έχουν ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να αποτελέσουν σοβαρές διεκδικήτριες, και δύο γυναίκες να βρίσκονται για δεύτερη φορά αντιμέτωπες.
H Imelda Staunton (Vera Drake) και η Catalina Sandino Moreno (Maria Full Of Grace) αποτελούν το σινεφιλ άλλοθι της Ακαδημίας, και ο ρόλος τους στην πεντάδα περιορίζεται σ’ αυτό, ενώ η Kate Winslet (Eternal Sunshine of The Spotless Mind) θα παρεβρεθεί στην τελετή μόνο για να εκπροσωπήσει το ούτως ή άλλως (αδικο)χαμένο από χέρι Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Οπότε το αληθινό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η Annette Benning (Being Julia) και η Hillary Swank (Million Dollar Baby).

Οι δυο τους είχαν ξανασυναντηθεί το ’99, τότε που το Όσκαρ Α’ Γυναικείου ήταν από τα λίγα που έμειναν έξω από το σαρωτικό πέρασμα του American Beauty, και το αγαλματάκι τελικά σήκωσε η Swank για το Boys Don’t Cry. Φέτος, η τελευταία βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, με μια ακόμη καλύτερη ερμηνεία, ξανά σε έναν ρόλο μηδαμινής θυληκότητας. Επίσης, έχει το momentum μιας ταινίας που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν αποκλείεται να κάνει το double σε σκηνοθεσία και ταινία.
Ωστόσο, και η Swank και η Benning βραβεύτηκαν πριν από λίγο καιρό με τις Χρυσές Σφαίρες γυναικείας ερμηνείας (η μια στην κατηγορία της δραματικής ταινίας, η άλλη στις κωμωδίες/μιούζικαλ), και το buzz ήθελε πριν από λίγο καιρό η Benning να πηγαίνει καρφωτή για το άγαλμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, λόγω του υψηλού δυναμικού του M$B και της μοναδικής υποψηφιότητας του Being Julia σ’ αυτήν την κατηγορία, να επαναληφθεί η ανατροπή του ’99 προς όφελος της Benning αυτή τη φορά.
Πάντως πολύ σημαντική ένδειξη για το προς τα πού θα κινηθεί το Oscar, θα αποτελέσουν τα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών (Screen Actors’ Guild Awards), που θα απονεμηθούν τα ξημερώματα της Κυριακής. Μη έχοντας δει την Benning εν δράση ακόμη, εμείς προτιμούμε να κρατήσουμε τα λεφτά μας στην τσέπη προς το παρόν, όσο κι αν το ένστικτό μας δείχνει τη Swank.
H Imelda Staunton (Vera Drake) και η Catalina Sandino Moreno (Maria Full Of Grace) αποτελούν το σινεφιλ άλλοθι της Ακαδημίας, και ο ρόλος τους στην πεντάδα περιορίζεται σ’ αυτό, ενώ η Kate Winslet (Eternal Sunshine of The Spotless Mind) θα παρεβρεθεί στην τελετή μόνο για να εκπροσωπήσει το ούτως ή άλλως (αδικο)χαμένο από χέρι Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Οπότε το αληθινό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η Annette Benning (Being Julia) και η Hillary Swank (Million Dollar Baby).


Ωστόσο, και η Swank και η Benning βραβεύτηκαν πριν από λίγο καιρό με τις Χρυσές Σφαίρες γυναικείας ερμηνείας (η μια στην κατηγορία της δραματικής ταινίας, η άλλη στις κωμωδίες/μιούζικαλ), και το buzz ήθελε πριν από λίγο καιρό η Benning να πηγαίνει καρφωτή για το άγαλμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, λόγω του υψηλού δυναμικού του M$B και της μοναδικής υποψηφιότητας του Being Julia σ’ αυτήν την κατηγορία, να επαναληφθεί η ανατροπή του ’99 προς όφελος της Benning αυτή τη φορά.
Πάντως πολύ σημαντική ένδειξη για το προς τα πού θα κινηθεί το Oscar, θα αποτελέσουν τα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών (Screen Actors’ Guild Awards), που θα απονεμηθούν τα ξημερώματα της Κυριακής. Μη έχοντας δει την Benning εν δράση ακόμη, εμείς προτιμούμε να κρατήσουμε τα λεφτά μας στην τσέπη προς το παρόν, όσο κι αν το ένστικτό μας δείχνει τη Swank.
Written by
verbal
in
no category
Million Dollar Baby - Review
Million Dollar Baby
(4/5)
Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Σενάριο: Paul Haggis (από τη συλλογή διηγημάτων Rope Burns του F. X. Toole)
Παίζουν: Clint Eastwood
Να πω κάτι απ’ την αρχή: το Mystic River, όσο κι αν εκτίμησα την ατμόσφαιρά του, τους χαρακτήρες του, και τον υπνωτιστικό του ρυθμό, δεν το είχα καταλάβει. Και –περιττό να το πω- δεν είχα καταλάβει γιατί είχε λάχει τόσο εκστατικής ανταπόκρισης από την κριτική κοινότητα. Βλέποντας το M$B όμως, κατάφερα να το επανεκτιμήσω, γιατί με βοήθησε να καταλάβω ότι μόνο ένας άνθρωπος που έζησε στο… Wild West, θα μπορούσε να φέρει στην πολιτισμένη πια Δύση την ιστορία ενός οργισμένου western, και να απογειώσει τη σύγκρουση της φιλίας και τις προσωπικής τιμής, αποδεχόμενος τη σαρωτική δύναμη της δίψας για εκδίκηση.
Το μεγαλείο του Clint Eastwood, όπως στους Ασυγχώρητους έτσι και στο Mystic River και στο Μ$Β, είναι η ικανότητά του να ανάγει τα κλισέ στα κινηματογραφικά αρχέτυπα που τα γέννησαν, κι ακόμη, προσδίδοντάς τους ένα μοντέρνο twist. Και τι πιο κλισεδιάρικο από ένα κλασικό success story;
Mεγαλοκοπέλα 31 χρονών λοιπόν, ψάχνει τη διέξοδο της μίζερης ζωής της στα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα rings. Είναι παραπάνω από προφανές, ότι πρόκειται να ακολουθήσει εκρηκτική πορεία προς την κορυφή, με τη βοήθεια ψημένου προπονητή που δε θέλει καμία σχέση μαζί της, αλλά μεταπείθεται όταν αρχίζει να βλέπει στη μικρή φαντάσματα από την κατεστραμμένη του προσωπική ζωή (η κόρη του δε θέλει ούτε τα γράμματά του να ανοίξει), και του ετοιμόρροπου πρώην πρωταθλητή που μένει στο προπονητήριο και καμιά φορά κάνει φασίνα και αφήνει τη σοφία του να φανεί με ποιητικές ατάκες.
Ο Eastwood και ο Freeman, βετεράνοι στους (λιγομίλητους, χαρακωμένους από τη ζωή και γεμάτους σοφία) ρόλους που καλούνται να υποδυθούν, είναι και οι δυο τους υποδειγματικοί στο Μ$Β, αλλά οι ερμηνείες τους έρχονται δεύτερες σε σύγκριση με την εκθαμβωτική παρουσία της Hillary Swank, που παίζει τη Maggie Fitzgerland, την 31χρονη γκαρσόνα που παλεύει με τη ζωή της, ρίχνοντάς το ένα knock out μετά το άλλο. Μετά το Oscar της για το Boys Don’t Cry το ’99, η Swank έχει περάσει από πολλές ταινίες που θα ήθελε και η ίδια να ξεχάσει, όμως ο Eastwood καταφέρνει να της αποσπάσει μια ερμηνεία που δικαιολογεί το χρυσό αγαλματάκι που ήδη έχει, και γιατί όχι, αυτό που ενδέχεται να αποκτήσει.
Οι τρεις αυτές ερμηνείες των εικονικών ηρώων του Eastwood, είναι τα highlights ενός χαρμανιού από τα κλασικότερα συστατικά μιας μεγαλειώδους Χολιγουντιανής ιστορίας, η οποία μετατρέπεται σε μάθημα σκηνοθεσίας χάρη στα φωτισμένα σε noir αποχρώσεις και ηλεκτρισμένα με εξαιρετική ακρίβεια και δυναμική καδραρίσματα, που απλώνονται υπομονετικά στο χρόνο, σα να χορεύουν στους ρυθμούς των αγαπημένων jazz κομματιών του Eastwood.
Λιγότερο Rocky και περισσότερο Somebody Up There Likes Me, με περισσότερο βάρος στους χαρακτήρες της παρά στα κροσέ τους, το μόνο αδύναμο σημείο αυτής της ελεγείας στην Χολιγουντιανή κινηματογραφική παράδοση, είναι ότι στο τρίτο μέρος ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα τόσο βεβιασμένο και κακοστημένο μελόδραμα, που αφαιρούνται πολλά σημεία από τη μέχρι τότε εξαιρετικά καλοστημένη και σχεδιασμένη κατάδυση στις προσωπικότητες των τριών ηρώων. Κάπως έτσι, μέχρι το τέλος του ματς, το Μωρό του Εκατομυρίου χάνει την ισορροπία του.

Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Σενάριο: Paul Haggis (από τη συλλογή διηγημάτων Rope Burns του F. X. Toole)
Παίζουν: Clint Eastwood
Να πω κάτι απ’ την αρχή: το Mystic River, όσο κι αν εκτίμησα την ατμόσφαιρά του, τους χαρακτήρες του, και τον υπνωτιστικό του ρυθμό, δεν το είχα καταλάβει. Και –περιττό να το πω- δεν είχα καταλάβει γιατί είχε λάχει τόσο εκστατικής ανταπόκρισης από την κριτική κοινότητα. Βλέποντας το M$B όμως, κατάφερα να το επανεκτιμήσω, γιατί με βοήθησε να καταλάβω ότι μόνο ένας άνθρωπος που έζησε στο… Wild West, θα μπορούσε να φέρει στην πολιτισμένη πια Δύση την ιστορία ενός οργισμένου western, και να απογειώσει τη σύγκρουση της φιλίας και τις προσωπικής τιμής, αποδεχόμενος τη σαρωτική δύναμη της δίψας για εκδίκηση.

Mεγαλοκοπέλα 31 χρονών λοιπόν, ψάχνει τη διέξοδο της μίζερης ζωής της στα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα rings. Είναι παραπάνω από προφανές, ότι πρόκειται να ακολουθήσει εκρηκτική πορεία προς την κορυφή, με τη βοήθεια ψημένου προπονητή που δε θέλει καμία σχέση μαζί της, αλλά μεταπείθεται όταν αρχίζει να βλέπει στη μικρή φαντάσματα από την κατεστραμμένη του προσωπική ζωή (η κόρη του δε θέλει ούτε τα γράμματά του να ανοίξει), και του ετοιμόρροπου πρώην πρωταθλητή που μένει στο προπονητήριο και καμιά φορά κάνει φασίνα και αφήνει τη σοφία του να φανεί με ποιητικές ατάκες.


Λιγότερο Rocky και περισσότερο Somebody Up There Likes Me, με περισσότερο βάρος στους χαρακτήρες της παρά στα κροσέ τους, το μόνο αδύναμο σημείο αυτής της ελεγείας στην Χολιγουντιανή κινηματογραφική παράδοση, είναι ότι στο τρίτο μέρος ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα τόσο βεβιασμένο και κακοστημένο μελόδραμα, που αφαιρούνται πολλά σημεία από τη μέχρι τότε εξαιρετικά καλοστημένη και σχεδιασμένη κατάδυση στις προσωπικότητες των τριών ηρώων. Κάπως έτσι, μέχρι το τέλος του ματς, το Μωρό του Εκατομυρίου χάνει την ισορροπία του.
Written by
verbal
in
no category
News - Counter Strike: The Movie
Μετά το Mortal Kombat, το Street Fighter, το Resident Evil και πλήθος άλλων video-games που μετατράπηκαν σε ταινίες με σχεδόν ανύπαρκτο σενάριο, ήρθε η ώρα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και ένα δημοφιλέστατο παιχνίδι με παντελώς ανύπαρκτο σενάριο.
Το game που αποτελεί τα τελευταία 5 χρόνια ανυπέρβλητο φετίχ των πρεζάκηδων των LAN arenas, μπορεί εύκολα να αναλυθεί στις παρακάτω γραμμές: δυο ομάδες, οι τρομοκράτες και η αντιτρομοκρατική, ξαμολιούνται σε μια πίστα (από πλήθος επιλογών), εφοδιασμένοι με όποιο όπλο μπορούν να αγοράσουν από την υπερπλούσια συλλογή. Όποια ομάδα μείνει όρθια, κερδίζει.
Ο αμφιβόλων ικανοτήτων Uwe Boll που ευθύνεται για τις εισπρακτικες αποτυχιες των video games - turned - movies Alone in the Dark και House of the Dead, θα αναλάβει τη σκηνοθεσία, ενώ προς το παρόν μελετά και το σενάριο, που θα περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες μιας ομάδας της αντιτρομοκρατικής να αποτρέψουν έναν βομβαρδισμό από τρομοκράτες. Οι στερεότυποι χαρακτήρες και το σχηματικό story, αναμένεται να είναι οι πρωταγωνιστές και σ’ αυτήν την μεταφορά.
Για βασικούς ρόλους, φέρονται ως ενδιαφερόμενοι οι Ben Affleck και Colin Farell, σκληροπυρηνικοί fans του παιχνιδιού.

Ο αμφιβόλων ικανοτήτων Uwe Boll που ευθύνεται για τις εισπρακτικες αποτυχιες των video games - turned - movies Alone in the Dark και House of the Dead, θα αναλάβει τη σκηνοθεσία, ενώ προς το παρόν μελετά και το σενάριο, που θα περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες μιας ομάδας της αντιτρομοκρατικής να αποτρέψουν έναν βομβαρδισμό από τρομοκράτες. Οι στερεότυποι χαρακτήρες και το σχηματικό story, αναμένεται να είναι οι πρωταγωνιστές και σ’ αυτήν την μεταφορά.
Για βασικούς ρόλους, φέρονται ως ενδιαφερόμενοι οι Ben Affleck και Colin Farell, σκληροπυρηνικοί fans του παιχνιδιού.
Written by
verbal
in
no category
A Very Long Engagement - Review
A Very Long Engagement - Ατέλειωτοι Αρραβώνες
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο: Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant, Sebastien Japrisot (νουβέλα)
Παίζουν: Audrey Tautou, Gaspard Ulliel, Dominique Pinon
Ο Jean-Pierre Jeunet δεν είναι άγνωστος σ’ όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου. Πριν από 14 χρόνια άφησε τους μικρομηκάδες για να παρουσιάσει το εκστατικό του ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, το Delicatessen, την πρώτη μαρτυρία του φυσικού του ταλέντου σε μια οπτική φινέτσα κι ένα στυλ πρωτόγνωρο και συναρπαστικό, παρέα με τον μέχρι τότε αχώριστο συνεργάτη του, Marc Caro. Στη συνέχεια (μετά το City of Lost Children και τη συνεργασία τους στο Alien: Resurrection), το δίδυμο χωρίστηκε, καθώς ο Caro ασχολήθηκε αποκλειστικά με το σχέδιο, κι ο Jeunet έγινε διάσημος με την Amelie.
Η Amelie βέβαια εκτός από τον Jeunet, μετέτρεψε σε star πρώτου μεγέθους και την Audrey Tautοu, που κρατούσε το ρόλο του τίτλου. Οπότε δεν είναι και μεγάλη έκπληξη που η Tautοu δεν έχασε την ευκαιρία να μεταφέρει το χαρακτήρα της Amelie, στα πιο σκοτεινά, ματοβαμμένα, λασπώδη χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στους Ατέλειωτους Αρραβώνες, η Tautοu είναι η Mathilde, μια νεαρή κοπέλα, που μετά το τέλος του Πολέμου, προσλαμβάνει ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ και του αναθέτει να βρει τον αρραβωνιαστικό της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι επιβίωσε από τα χαρακώματα. Έτσι ξετυλίγεται η ιστορία πέντε στρατιωτών, που συνελήφθησαν να προσπαθούν να αυτοτραυματιστούν για να επιστρέψουν σπίτι τους, κι αντί να εκτελεστούν, εγκαταλείφθηκαν στη No Man’s Land, το χώρο ανάμεσα στα αντιμαχόμενα Γαλλικά και Γερμανικά στρατόπεδα.
Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, και εμπλουτίζονται με flashbacks στο παρελθόν των στρατιωτών, χαριτωμένα περιστατικά από τις ζωές των αναρίθμητων χαρακτήρων που συναντάμε στην πορεία, και ένα σωρό άλλα πράγματα που περιπλέκονται με χάρη για να χαρίσουν στην ταινία την επική της διάσταση και διάρκεια.
Το Alien: Resurrection, η τέταρτη και ξεκάθαρα η πιο αδύναμη στιγμή του franchise, απέδειξε την πλήρη αδυναμία του Jeunet να χειριστεί και να αφηγηθεί μια ιστορία με τον παραδοσιακό στρωτό τρόπο. Έτσι σ’ αυτή την ταινία ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι και πάλι η ευφάνταστη, επιθετική, αρτίστικη, βεβιασμένα φτιαχτή και υπέροχα σουρεαλιστική κινηματογραφική ατμόσφαιρα του Jeunet, που φυσικά περνά και στο σενάριό του. Οπότε το αν θα απολαύσετε την ταινία, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο σας αρέσει το στυλ του σκηνοθέτη, που είναι ούτως ή άλλως το trademark του. Αν ναι, τότε θα χορτάσετε 130 και κάτι λεπτά απ’ αυτό. Ειδάλλως, οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες, ενδέχεται να σας φανούν πραγματικά ατέλειωτοι.

Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο: Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant, Sebastien Japrisot (νουβέλα)
Παίζουν: Audrey Tautou, Gaspard Ulliel, Dominique Pinon


Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, και εμπλουτίζονται με flashbacks στο παρελθόν των στρατιωτών, χαριτωμένα περιστατικά από τις ζωές των αναρίθμητων χαρακτήρων που συναντάμε στην πορεία, και ένα σωρό άλλα πράγματα που περιπλέκονται με χάρη για να χαρίσουν στην ταινία την επική της διάσταση και διάρκεια.

Written by
verbal
in
no category
Ray - Review
Ray
(5/5)
Σκηνοθεσία: Taylor Hackford
Σενάριο: Taylor Hackford, James L. White
Παίζουν: Jamie Foxx, Kerry Washington, David Krumholz
Τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει μια εν γένει πολύ καλή ταινία σε αριστούργημα; Λίγα πράγματα. Ένα απ’ αυτά, η ικανότητα του πρωταγωνιστή τους να την απογειώσει. Παράδειγμα; Το Ray.
Η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του ανθρώπου που λεγόταν Ray Charles, γίνονται η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του νεαρού ηθοποιού ονόματι Jamie Foxx, που υποδυόμενος με εκστατικό, κολασμένα ηλεκτρισμένο τρόπο τον νέγρο που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής της εποχής του, καρφώνεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του Hollywood και γίνεται ένα από τα πιο άξια φαβορί των φετινών Όσκαρ.
Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος-παραγωγός Taylor Hackford (An Officer and a Gentleman, The Devil’s Advocate, Proof Of Life) μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του τυφλού τραγουδιστή, με ένα project που προσπαθούσε να στήσει και να ολοκληρώσει τα τελευταία 15 χρόνια, παλεύοντας με όλα τα δεινά που αντιμετωπίζει μια τόσο φιλόδοξη low-budget ανεξάρτητη παραγωγή. Βλέπετε, στη μεγάλη του προϊστορία, δεν είχε δείξει ποτέ ότι προοριζόταν για σπουδαία πράματα, οπότε υποθέτω ότι αυτό δυσκόλεψε την εύρεση χρηματοδοτών. Και έτσι είναι. Το Ray στην ουσία είναι μια αξιοπρεπέστατη παραγωγή, που εκμεταλλευόμενη το μεγάλο αντίκτυπο που έχει ακόμη και σήμερα στην pop κουλτούρα η μεγάλη περσόνα με την οποία καταπιάνεται, εξασφαλίζει αυξημένο ενδιαφέρον. Αλλά ο Foxx είναι αυτός που τη μετατρέπει σε μια πραγματικά εξαιρετική ταινία.
Η βαθιά συγκινητική, ολοκληρωμένη, επιθετική ερμηνεία του, ο τρόπος που εισβάλει στο πετσί του Charles, στην ψυχή και την ύπαρξη της δαιμονισμένης προσωπικότητας, η ικανότητά του να σε βγάζει από το τριπάκι του «κοίτα πώς πετυχαίνει τις κινήσεις του» και να σε κάνει να τον αποδέχεσαι σαν τον Ray Charles τον ίδιο, αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα. Και θα την έχει! Θυμηθείτε το, σε μια γενιά από τώρα, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν ποτέ να δουν τον Ray Charles ζωντανό, όταν ακούν το όνομά θα φέρνουν στο μυαλό τους αντανακλαστικά το πρόσωπο και την εικόνα του Jamie Foxx.

Σκηνοθεσία: Taylor Hackford
Σενάριο: Taylor Hackford, James L. White
Παίζουν: Jamie Foxx, Kerry Washington, David Krumholz

Η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του ανθρώπου που λεγόταν Ray Charles, γίνονται η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του νεαρού ηθοποιού ονόματι Jamie Foxx, που υποδυόμενος με εκστατικό, κολασμένα ηλεκτρισμένο τρόπο τον νέγρο που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής της εποχής του, καρφώνεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του Hollywood και γίνεται ένα από τα πιο άξια φαβορί των φετινών Όσκαρ.


Written by
verbal
in
no category
So this is Oscar!

Όπως θα είδατε στις λίστες με τις υποψηφιότητες, ο Aviator ηγείται της κούρσας συγκεντρώνοντας 11 εμφανίσεις, ενώ ισχυρή είναι και η παρουσία του Sideways, με 5 παρουσίες, όλες σε σημαντικές κατηγορίες. Στις ταινίες με μεγάλο οσκαρικό δυναμικό ανήκει και το Million Dollar Baby, η ιστορία ενός τελειωμένου προπονητή πυγμαχίας που αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει μια γυναίκα ηλικίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το μέσο όρο των αντιπάλων της, και τη φτάνει ένα βήμα πριν την κορυφή. Η νέα σκηνοθετική δουλειά του Clint Eastwood, στην οποία κρατά και πρωταγωνιστικό ρόλο, έχει μαζέψει επτά υποψηφιότητες, και είναι το μεγάλο φαβορί τουλάχιστον για τις τρεις. Τα μεγάλα ερωτήματα που προκύπτουν είναι: πού είναι το Kinsey, και τι δουλειά έχει στις καλύτερες ταινίες το Finding Neverland!
Η πρώτη καλύτερη μέρα (ή νύχτα) του χρόνου, θα έρθει σε έναν περίπου μήνα από τώρα, τα ξημερώματα της 28ης του Φλεβάρη, οπότε και το Kodak Theatre του Hollywood θα μαζέψει στα βελούδινα καθίσματά του το καϊμάκι της showbiz, για να φιλοξενήσει την 77η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Μετρώντας τις μέρες μέχρι τότε, κάθε εβδομάδα θα αναλύουμε και θα μαντεύουμε ποιος καλός κύριος θα σηκώσει το περιπόθητο αγαλματάκι, στις τέσσερις πιο δημοφιλείς κατηγορίες: Πρώτου Ανδρικού Ρόλου, Πρώτου Γυναικείου Ρόλου, Σκηνοθεσίας, και Καλύτερης Ταινίας. Την επόμενη Παρασκευή: Όσκαρ α' Γυναικείου.
Written by
verbal
in
no category
The Aviator - Review
The Aviator
(3/5)
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: John Logan
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Cate Blanchett, John C. Reilly, Alec Baldwin
Μια ταινία με έναν μεγαλομανή, υποχόνδριο, αγοραφοβικό και τελειομανή κεντρικό χαρακτήρα, μπορεί να αποτελέσει τέλειο δείγμα σπουδής στις πιο σκοτεινές και τρομακτικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, αυτές που μπορούν να σε φυλακίσουν σε μονομανίες και εμμονές πέραν πάσης λογικής. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να γίνει μια απ’ αυτές τις ταινίες που σου δείχνουν ότι τι καλό σου κάνει να σου ανήκει το μισό ακαθάριστο εισόδημα της Αμερικής, αν ποτέ δεν έχεις χρόνο να πας για ψώνια. Και ποιος καλύτερος σκηνοθέτης από τον Martin Scorsese, για να απλώσει στο πανί αυτή τη δύσβατη πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού; Άλλωστε αυτή του η ικανότητα δεν ήταν που μετέτρεψε το Οργισμένο Είδωλο και τον Ταξιτζή σε σύγχρονα αριστουργήματα;
Κι όμως, εδώ δεν το κάνει. Γιατί στο Aviator, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι ακριβώς αυτός ο σκοπός του, μιας και σε 170 λεπτά (αυτό είναι δύο ώρες και πενήντα λεπτά, δεν είναι αστεία πράματα) προτιμά να παρουσιάσει τις μέρες της δόξας του Howard Hughes, του νεαρού Τεξανού, κληρονόμου αμύθητης περιουσίας, που έθεσε νέα τεχνικά στάνταρ γυρίζοντας ταινίες με αεροπλάνα, που πέταξε γύρω από τον πλανήτη, που έσπασε ρεκόρ ταχύτητας και έδωσε καινούριο πρόσωπο στον σήμερα αεροπορικό κολοσσό της TWA, που τα έπινε στο Coconut Grove στις μέρες της δόξας του, και κοιμήθηκε με την Jean Harlow, την Katherine Hepburn, και την Ava Gardner. Και όχι τα τελευταία 20 χρόνια του ίδιου ανθρώπου, που τα έζησε κλειδωμένος σε δωμάτια ξενοδοχείου. Κατανοητό. Οι τελευταίες αυτές δεκαετίες μάλλον θα ήταν αρκετά μονότονες.
Έτσι ο Scorsese επιλέγει την πιο φωτεινή οδό, και ντύνει την ταινία του με εντυπωσιακά χρώματα κι αρώματα από αλλοτινές εποχές, και αφήνει τις ενστικτώδεις σκηνοθετικές του ικανότητες να κουμαντάρουν την κάμερα. Και χωρίς αμφιβολία, η δημιουργική του έμπνευση και το έντονα διεισδυτικό του βλέμμα μένουν εκτός λήψης. Και μ’ αυτό εννοώ, ότι το The Aviator είναι μια καλή βιογραφική ταινία, αλλά δεν είναι μια εξαιρετική βιογραφική ταινία. Δεν είναι η μεγάλη επιστροφή του Scorsese, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η λιγότερο μέτρια ταινία του.
Ο Leonardo DiCaprio (που είναι και ο άνθρωπος που έφερε στα χέρια του Scorsese το project) κρατά κι εδώ, όπως και στις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τρόπο ικανοποιητικό για μια μέτρια ταινία, σουφρώνοντας τα φρύδια του στις σκηνές δραματουργικής έντασης, και χρησιμοποιώντας τη θεόσταλτη φυσική του γοητεία στις υπόλοιπες. Η ανεπάρκειά του γίνεται αισθητή όταν τον χαρακτήρα του πλαισιώνουν πιο επιβλητικές ερμηνευτικές παρουσίες όπως αυτή του John C. Reilly, ενώ χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την οθόνη για όσην ώρα κρατά το ειδύλλιο του Hughes με την Katherine Hepburn, την οποία υποδύεται με την πιο μπριόζικη και διασκεδαστική β’ γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς η Cate Blanchett. Δεν ξέρω πώς ήταν η Hepburn στην πραγματικότητ
α, και δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ την Hepburn της Blanchett την ερωτευόμουν σε κάθε σκηνή απ’ την αρχή.
Εν γένει πάντως, το Aviator είναι διασκεδαστικό -κυρίως χάρη στα όμορφα σκηνικά και το δυνατό στη βάση του στόρι-, και οι σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειάς του θα μπορούσαν να περνάνε πολύ πιο αργά. Γεγονός, ο μοντέρ θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερη δουλειά, αλλά πάλι, κι ο Scorsese θα μπορούσε να έχει γυρίσει μια καλύτερη ταινία. Το ότι η ταινία του βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα είναι ένα μικρό σκάνδαλο. Το να βραβευτεί και με το Όσκαρ, είναι απλά θέμα πολιτικής.

Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: John Logan
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Cate Blanchett, John C. Reilly, Alec Baldwin





Εν γένει πάντως, το Aviator είναι διασκεδαστικό -κυρίως χάρη στα όμορφα σκηνικά και το δυνατό στη βάση του στόρι-, και οι σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειάς του θα μπορούσαν να περνάνε πολύ πιο αργά. Γεγονός, ο μοντέρ θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερη δουλειά, αλλά πάλι, κι ο Scorsese θα μπορούσε να έχει γυρίσει μια καλύτερη ταινία. Το ότι η ταινία του βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα είναι ένα μικρό σκάνδαλο. Το να βραβευτεί και με το Όσκαρ, είναι απλά θέμα πολιτικής.