Ιδέα για σενάριο

Λόγω πρόσφατης έκρηξης της επισκεψιμότητάς του, το άρθρο επανέρχεται στην πρώτη σελίδα. Happy commenting.

Είναι ένας τύπος, που χρόνια πριν ξεκινήσει η ιστορία μας, προσπαθούσε να γράψει ένα σενάριο. Εμείς τον βρίσκουμε λίγο αφού έχει αντιληφθεί πόσο δύσκολο είναι να αναπτύξει την ιδέα του σε σεναριακή δομή, και κυρίως πόσο δύσκολο είναι να την εμπλουτίσει με έξυπνους διάλογους. Επίσης, λίγο πριν καταλάβει πόσο εύκολο είναι να γράψει τους διάλογους, τσατάροντας στο ιντερνετ. Οπότε αποφασίζει να τσατάρει στο irc με τον εαυτό του, γιατί αν το κάνει με κάποιον άλλο, κινδυνεύει βέβαια να φάει μήνυση για πνευματική κατακλοπή. Έτσι και κάνει λοιπόν, και φτιάχνει το σενάριό του, με τους διάλογους και τα λοιπά, και γυρνάει την ταινία. Αλλά ο τύπος, είναι και κριτικός, οπότε όταν βγαίνει η ταινία, την καταθάβει κατηγορώντας τον δημιουργό της ότι είναι ακαδημαΐκη και άψυχη και το σενάριό της είναι παιδαριώδες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κριτικούς που την εκθειάζουν. Καταλήγει λοιπόν να δέχεται μήνυση από τον εαυτό του γιατί χρησιμοποίησε τους διάλογους απ' το irc χωρίς τη συγκατάθεσή του, από τον εαυτό του για συκοφαντική δυσφήμιση λόγω της κριτικής του, και από τον Charlie Kauffman που ισχυρίζεται ότι είχε την ιδέα για την ταινία πολύ πριν απ' αυτόν και τον εαυτό του.

Η Ιδέα διατίθεται προς πώληση, με αντίτιμο ένα ποσοστό απο τα κέρδη της ταινίας, και ένα κουτάκι καραμέλες για το λαιμό.

Closer - Review

Closer – Εξ Επαφής
(4,5/5)

Σκηνοθεσία: Mike Nichols
Σενάριο: Patrick Marber
Παίζουν: Jude Law, Clive Owen, Natalie Portman, Julia Roberts

Είναι πάντα μια δύσκολη διαδικασία να μεταφέρεις ένα έργο από το θεατρικό σανίδι στις τεράστιες και τόσο γεμάτες δυνατότητες διαστάσεις του κινηματογραφικού πανιού. Στις χειρότερες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια κινηματογραφημένη παράσταση, που σημαίνει στατικά πλάνα, μηδαμινή εναλλαγή στα σκηνικά, εν ολίγοις μια βεβιασμένη απόπειρα να διατεθεί σε ευρύτερο κοινό, κάτι που είτε ο σκηνοθέτης είτε το studio θεώρησε ότι το αξίζει. Στην περίπτωση του Closer, της αιχμηρής κι αμείλικτης ανατομίας της ανθρώπινης ψυχής και του τρόπου που αντιμετωπίζει τη συντροφικότητα σαν ένα παιχνίδι εξουσίας, δια χειρός Patrick Marber, η κινηματογραφική μεταφορά δεν είναι τίποτε λιγότερο από μαγεία.

Ο Mike Nichols, ένας σκηνοθέτης με εκπληκτική ικανότητα να βρίσκει και να τραβάει από τους ηθοποιούς του εξαιρετικές ιδιότητες εν είδη αποκάλυψης, μοιράζει με ιδιοφυή τρόπο τους ρόλους του έργου, μετατρέποντας τέσσερις από τους πιο θελκτικούς ανθρώπους στον κόσμο, σε τέσσερις από τους πιο ειδεχθείς και σκληρούς. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο τρομακτικά χαρακτηριστικά της ταινίας. Το άλλο είναι ο τρόπος που μέσα από τις αλληλεπιδράσεις των τεσσάρων χαρακτήρων φέρνει το sex στο επίκεντρο της ιστορίας, αλλά σε κάνει να σιχαίνεσαι τον εαυτό σου όταν το κάνεις –τουλάχιστον όταν πρόκειται για κεράτωμα.

Καλά καταλάβατε, πρόκειται για διάτμηση της απιστίας. Σ’ αυτό το ερμητικά κλειστό δράμα τεσσάρων χαρακτήρων, ο κουμπωμένος συντάκτης επικήδειων του Jude Law, ο Dan, εντοπίζει την ξεπεταγμένη κοκκινομάλλα της Natalie Portman, την Alice, στο απέναντι φανάρι, κι αυτή ξαφνικά βρίσκεται μπροστά από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Οι δυο τους καταλήγουν να χαριεντίζονται στο νοσοκομείο, να ανταλλάσσουν οπτικές για τη ζωή και τις σχέσεις στο λεωφορείο, και να βρίσκουν τους εαυτούς τους στο αναμφίβολο ξεκίνημα του ειδυλλίου τους σε ένα πάρκο.

Flash forward, ο Dan φωτογραφίζεται για το «αυτάκι» του βιβλίου του για την Alice, με την οποία συζεί. Η φωτογράφος είναι η απρόσιτη Anna της Julia Roberts, η οποία σύντομα καταλήγει να ελέγχει την οδοντοστοιχία του Dan με τη γλώσσα της. Μετά από λίγο εμφανίζεται η Alice, και η άβολη στιγμή οδηγεί στην απόρριψη του Dan από την Anna. Το βράδυ, ο Dan μπαίνει σε ένα chat room για καυλωμένους, και παραπλανεί τον πρόθυμο γιατρό του Clive Owen, τον Larry, προσποιούμενος ότι είναι η Anna. Ο σκοπός του είναι να την εκδικηθεί, παραπλανώντας τον γιατρό και οδηγώντας τον στο αγαπημένο στέκι της Anna. Πού να φανταστεί, ότι οι δυο τους θα ταιριάξουν; Όπως ενδεχομένως έχετε ψυλλιαστεί, η ανεκπλήρωτη έλξη του Dan προς την Anna θα οδηγήσει στην πρώτη αλλαξοκωλιά της ταινίας. Κι άλλες θα ακολουθήσουν, πάντα ασφυκτικά οριοθετημένες μέσα στην παρέα των τεσσάρων. Σοφιστικέ ματάκηδες, αυτή είναι η ταινία σας.

Τα αμείλικτα καδραρίσματα του Nichols, αγκαλιάζουν σα μέγγενη τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι βρίσκουν σ’ αυτήν την ταινία την ευκαιρία να ανακαλύψουν στο υποκριτικό τους ταλέντο, ικανότητες που δεν νομίζω ούτε και οι ίδιοι να ήξεραν ότι έχουν. Ακόμη κι ο πιο αδύναμος από τους τέσσερις, ο Jude Law, είναι πολύ καλός στο ρόλο του looser, ενώ η Julia Roberts σε κάνει να πιστέψεις στη μαγεία της υποκριτικής, παρουσιάζοντας σε χαμηλό τόνο τον βαθιά εσωτερικό της χαρακτήρα, αλλά το σκληρό της πρόσωπο καθρεφτίζει τη θύελλα που ζεί. Όσο για τους Clive Owen και Natalie Portman, που παίζουν τους δυο πιο αμφιλεγόμενους ρόλους της ταινίας, οι ερμηνείες τους είναι οι αποκαλύψεις της χρονιάς, και οι υποψηφιότητές τους στα Όσκαρ των δεύτερων ρόλων, είναι από μόνες τους μια νίκη, δεδομένου του είδους της ταινίας.

Το Closer είναι μια ταινία για τον τρόπο που αληθινοί άνθρωποι συναντιούνται, ερωτεύονται, αγαπιούνται, δένονται, και μετά νιώθουν αυτήν την τόσο αυτοκαταστροφική κι ακατανόητη, αλλά και τόσο ανθρώπινη τάση να δοκιμάσουν τα όρια του δεσμού τους. Δεν υπάρχει καμία συνέπεια σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που αισθάνονται, και σ’ αυτά που λένε ότι αισθάνονται. Όλοι φαίνονται να κουβαλάνε τους δαίμονές τους, παλιές σχέσεις-ερείπια, πληγές που τους έχουν κλειδώσει στον εαυτό τους, αφήνοντας αυτό το μικρό παράθυρο ελπίδας ανοιχτό, απ’ όπου περιμένουν τον αληθινό τους έρωτα να μπει και να τους σώσει. Μόνο που ο καθένας γίνεται ο σωτήρας του άλλου απλά για να τον σκοτώσει ξανά, και μετά να πηδήξει από τη θέση του δολοφόνου, ξανά σ’ αυτήν του θύματος.

Εκεί που υπάρχει συνέπεια, είναι στον τρόπο που ο Nichols παρουσιάζει τους χαρακτήρες του, κρατώντας την ίδια απόσταση και αφήνοντάς τους να αποκαλύψουν όλη τη σκληρότητά τους, μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε πόρνες, άντρες και γυναίκες. Και στον τρόπο που ο Marber ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, για να δείξει τη φρικιαστική ασχήμια της σε όλο της το μεγαλείο, έναν τρόπο τόσο σαδιστικά ηδονιστικό όσο το να βλέπεις ξανά και ξανά σε αργή κίνηση ένα τραίνο να πέφτει με δύναμη πάνω σου. Είναι μια γροθιά στο πρόσωπο, ένα χαστούκι που σε αφήνει με την ψυχή κομμάτια και το στομάχι κόμπους. Απόλαυση.

Ενδείκνυται ως date movie, σε περίπτωση που υποπτεύεστε το άλλο σας μισό. Αποκλείεται να μη λυγίσει…

Assault on Precinct 13 - Review

Assault on Precinct 13 – Επίθεση στο Σταθμό 13
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Jean-François Richet
Σενάριο: James DeMonaco
Παίζουν: Ethan Hawke, Laurence Fishburne, Drea DeMatteo, Maria Bello

Λίγο πριν ο John Carpenter βάλει την υπογραφή του στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά και του παγκόσμιου horror genre με το Halloween, έκανε την παρουσία του αισθητή με μια cult classic μεταφορά του Rio Bravo στην τότε σύγχρονη εποχή, μετατρέποντας το western της ταινίας του Howard Hawks με τον John Wayne, σε Νύχτα των Ζωντανών νεκρών με περισσότερα όπλα. Το όνομα αυτού, Assault on Precinct 13. Την ιστορία ενός ξεχασμένου, έτοιμου να κλείσει αστυνομικού σταθμού στη μέση του πουθενά, που βρίσκεται αβοήθητος μπροστά στη μανιασμένη επίθεση μιας ομάδας άγριων και ασταμάτητων συμμοριτών.

Φέτος, ο Jean-Francois Richet μεταφέρει το b-movie του Carpenter από το 1976 στο σήμερα, κρατώντας τη βασική ιδέα, και εμπλουτίζοντάς τη με μερικούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες, επιπλέον background story στους πρωταγωνιστές, πιο σπηντάτους ρυθμούς, κομψή, μοντέρνα σκηνοθεσία, μερικές καινούριες ανατροπές, κι ένα σωρό καινούρια όπλα.

Όλοι αυτοί οι μοντερνισμοί κάνουν το σημερινό Ass-P13 να δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά από το παλιό, μόνο που αυτοί είναι και το αδύναμο σημείο της. Γιατί εκεί που η απειλή στο σενάριο του Carpenter ήταν το ατόφιο μίσος μιας ομάδας συμμοριτών, στο καινούριο σενάριο ο αβοήθητος σταθμός 13 βρίσκεται αντιμέτωπος με τα σκοτεινά μυστικά μιας διεφθαρμένης ομάδας ειδικών δυνάμενων της αστυνομίας. Και θα περίμενε κανείς εκτός από καλύτερες στολές να έχουν α. καλύτερη εκπαίδευση από μια ομάδα θερμοκέφαλων gang-bangers, και β. απίστευτα καλύτερα όπλα από τα κάνα δυο πιστόλια, τις μερικές μολότοφ και τα πολλά μαχαίρια που έχουν οι φονιάδες του Carpenter.

Ωστόσο, αυτό που κάνει το καινούριο ASS-P13 μια ευχάριστη προσθήκη στη λίστα των επιτυχημένων remakes, κάτω από τα Dawn of the Dead και The Texas Chainsaw Massacre, είναι το ότι δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό της περισσότερο στα σοβαρά απ’ όσο πρέπει. Γιατί στην τελική, πρόκειται για μια ταινία που υπόσχεται πολύ πιστολίδι, ατμόσφαιρα και ένταση, με χαμηλό budget και σενάριο που δεν απαιτεί από το θεατή να κοιτάζει στην οθόνη σε κατάσταση αυτιστικού καταναλωτή pop corn. Κι επιπλέον, προσφέρει τη sexy Drea De Matteo σε διχτυωτό καλσόν, και πολύ καλές ερμηνείες από τους περισσότερους ηθοποιούς.

Finding Neverland - Review

Finding Neverland – Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Mark Foster
Σενάριο: David Magee
Παίζουν: Johnny Depp, Kate Winslet, Freddie Highmore, Dustin Hoffman

Βασισμένος στο θεατρικό The Man Who Was Peter Pan του Allan Knee, ο David Magee υπογράφει ένα σενάριο που απομακρύνεται κατά βούλησιν από την πραγματικότητα, και περιγράφει με έντονο συναισθηματισμό την ιστορία του Sir James Matthew Barrie, του συγγραφέα του Peter Pan και της Χώρας του Ποτέ.

Μερικές βδομάδες πριν, έδωσα πέντε αστέρια στο Ray, στηρίζοντας την άποψή μου ότι η ταινία αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου χάρη στην εκστατική ερμηνεία του Jamie Foxx, που καταφέρνει να απογειώσει την ταινία σε επίπεδα που δε θα είχε πιάσει αν δεν είχε αυτόν τον πρωταγωνιστή. Ίσως την αδίκησα. Γιατί το Finding Neverland, είναι άλλη μια ταινία που βασίζεται στις ικανότητες του πρωταγωνιστή της, αλλά και πάλι, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα.

Ο Mark Foster, που μας χάρισε το δήθεν σοφιστικέ ρομάντζο του Χορού των Τεράτων (και τον επακόλουθο ανεκδιήγητο χορό της Halle Berry στα Όσκαρ), αυτή τη φορά μας παρουσιάζει ένα συμβατικό δράμα εποχής, όπου επιδεικνύει τις δυνατότητες του κινηματογράφου στο συναισθηματικό πατρονάρισμα του θεατή, και του σεναριογράφου στην εν είδη faux βιογραφίας δραματουργική υπερβολή σε κακουργηματικό βαθμό.

Ο Johnny Depp και η για άλλη μια φορά εκπληκτική του απόδοση ενός σκανδαλιάρικού αλλά ρεαλιστικού χαρακτήρα, είναι ο μόνος λόγος για να κοιτάζει κανείς την οθόνη, τουλάχιστον όταν δεν την κοσμεί η γλυκύτητα του μικρού του συμπρωταγωνιστή, Freddie Highmore. Η δε Winslet, κατασπαταλιέται σε ένα σενάριο όπου ο μισός της ρόλος απαιτεί από αυτήν απλά να βήχει και να δείχνει άρρωστη. Σε αντίθεση με το Ray, το Finding Neverland είναι μια από αυτές τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι μια καλή ερμηνεία δεν είναι αρκετή για να σώσει την παράσταση.

Finding Oscar - Σκηνοθεσία

Αν στα Όσκαρ υπάρχει μια κατηγορία που ο οποιοσδήποτε κινηματογραφόφιλος παρακολουθεί περισσότερο απ’ όλες, είναι αυτή της σκηνοθεσίας. Mike Leigh για την Vera Drake, Alexander Payne για το Sideways, Taylor Hackford για το Ray. Απλά αναφέρω τα ονόματα των τριών εκ των πέντε υποψηφίων για την ιστορία, γιατί όλοι ξέρουμε ότι το να κερδίσουν το Όσκαρ είναι τόσο πιθανό όσο το να ξυπνήσουν μια μέρα οι γυναίκες και να νομίζουν ότι ο Brad Pitt είναι άσχημος. Βρισκόμαστε στο Hollywood, και οι ταινίες που κερδίζουν πια τα μεγάλα βραβεία, είναι οι Χολιγουντιανές.

Από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, οι δύο μεγάλοι μονομάχοι ήταν ο Clint Eastwood για το Million Dollar Baby και ο Martin Scorsese για το Τhe Aviator, όσοι επισκέπτονται τα οσκαρικά message boards του internet, ξέρουν ότι στην ουσία η μάχη δεν είναι ανάμεσα στη σκηνοθεσία του M$B και του The Aviator, αλλά ανάμεσα στη σκηνοθεσία του Μ$Β και τον άνθρωπο που λέγεται Martin Scorsese.

Γιατί ή αλήθεια είναι πως αν ο Scorsese κερδίσει το αγαλματάκι, θα είναι γιατί του το χρωστάνε καιρό, και με την πορεία που έχει πάρει τελευταία ο σκηνοθέτης του Οργισμένου Ειδώλου, η Ακαδημία ίσως έχει αρχίσει να αγχώνεται για το αν θα ξαναβρεί την ευκαιρία να του το δώσει. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ξέρουν ότι το Τhe Aviator είναι μια ταινία πολύ κατώτερη των δυνατοτήτων του Scorsese και το M$B είναι σαφώς πιο καλοστημένο.

Ο Eastwood από την άλλη, έχει ήδη πάρει τη Χρυσή Σφαίρα για τη σκηνοθεσία, καθώς και το βραβείο από το αμερικάνικο Σωματείο Σκηνοθετών για τη φετινή δουλειά του, και στα τελευταία 20 χρόνια η μοναδική φορά που ένας σκηνοθέτης με τις δυο παραπάνω διακρίσεις δεν σήκωσε το Όσκαρ, ήταν το 2001, όταν ο Ang Lee έχασε το βραβείο από τον (υποψήφιο τότε για το Traffic και την Erin Brockovitch) Steven Soderbergh. Τόσο η ιστορία λοιπόν, όσο και η παρούσα πραγματικότητα, δείχνουν ένα όνομα: Clint Eastwood.


Finding Oscar - Α' Ανδρικός

Ένας stand-up comedian, ένα ξανθό αγόρι που δε θα γεράσει ποτέ, ένας κάτοικος της Χώρας του Ποτέ, ένας γερασμένος cowboy κι ένας ξενοδόχος από την Ρουάντα. Κι όλοι θέλουν το ίδιο πράγμα: ένα χρυσό αγαλματάκι. Αλλά μόνο ένας θα το πάρει. Ποιος;

Αν και για κάποιον περίεργο λόγο η Ακαδημία δε σκέφτηκε τον Paul Giammati (Sideways)που θα μπορούσε άνετα να κρατήσει μια θέση στην πεντάδα -για να μη σας θυμίζω τώρα τον Jim Carrey (Eternal Sunshine of the Spotless Mind) και συγκινούμαστε πάλι- γενικά η κατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά έναν βαθμό αναμενόμενη. Ο Clint Eastwood λόγω κεκτημένης ταχύτητας από το μεγάλο buzz του Μ$Β ανέβασε τον μέσο όρο ηλικίας, ο Johnny Depp (Finding Neverland) φαίνεται ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σ’ αυτή τη μακρά περίοδο των σχετικά κοντινών μεταξύ τους υποψηφιοτήτων που θα του δώσουν την ταμπέλα του εκλεκτού της Ακαδημίας για να κορυφωθεί στη βράβευσή του σε 3-5 χρόνια αν όλα πάνε καλά, ο δε Don Cheadle (Hotel Rwanda) μπήκε στην κατηγορία για να εκπροσωπήσει μια ταινία που μπορεί να τονώσει το ηθικό των αμερικανών για τα ιρακινά τους, πατώντας με δύναμη όλα τα κουμπιά του συναισθηματισμού τους. Την ταινία του δεν την έχουμε δει ακόμη στην Ελλάδα, και αν και πολλοί λένε ότι είναι ξεκάθαρα ο καλύτερος από τους πέντε, η οσκαρική παραφημολογία δεν του δίνει καμία ελπίδα.

Κι έτσι πάμε τώρα στα μεγάλα κεφάλια: Leo DiCaprio, εναντίον Jamie Foxx. Διαγωνιζόμενοι ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα, ποιος δηλαδή θα αποδώσει καλύτερα την προσωπικότητα και το χαρακτήρα πραγματικών ανθρώπων –ο πρώτος του Howard Hughes, ο δεύτερος του Ray Charles-, ο Foxx έχοντας σαφώς πιο αβανταδόρικο ρόλο αλλά και αδιαμφισβήτητα ευρύτερο υποκριτικό ταλέντο, έρχεται με απίστευτη φόρα έχοντας ήδη σηκώσει και Χρυσή Σφαίρα και βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών (SAG) και είναι το απόλυτο φαβορί όλων των κατηγοριών των φετινών Όσκαρ. Το μόνο που μπορεί να τον σταματήσει, είναι ο ίδιος του ο εαυτός, μιας και με την άλλη μεγάλη του φετινή ερμηνεία στο Collateral, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να μοιραστούν οι ψήφοι του. Και τότε μόνο να αφήσει χώρο για τον DiCaprio να του αρπάξει τη στιγμή, κι ο ίδιος να μείνει με άδεια χέρια. Αλλά επειδή έχω ήδη σταυρώσει τα δαχτυλάκια μου και το απεύχομαι, δεν το βλέπω να συμβαίνει…

Meet the Fockers - Review

Meet the Fockers – Πεθερικά της Συμφοράς
(3/5)
Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: Jim Hertzefeld, Marc Hyman, John Hamburg (με τους χαρακτήρες που έγραψαν οι Greg Glienna και Mary Ruth Clarke)
Παίζουν: Ben Stiller, Robert DeNiro, Dustin Hoffman, Barbara Streisand

Είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις το sequel μιας ταινίας να συναγωνίζεται το πρωτότυπό της, ή ακόμη και να πλησιάζει στο να το ξεπεράσει, ιδίως όταν πρόκειται για κωμωδία, όπου εκεί ο στόχος αυτός είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.

Πάρτε για παράδειγμα το Analyze That, το sequel της πετυχημένης κωμωδίας Analyze This με τον Robert DeNiro και τον Billy Crystal στους ρόλους ενός νονού της Μαφίας και του ψυχαναλυτή του, ένα sequel που βασίστηκε τόσο πολύ στο να ξαναεπισκεφτεί και να επαναλάβει όλες τις ανατρεπτικές παραδοξότητες του πρωτότυπου, ξεχνώντας πως ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ανατρεπτικές και παράδοξες, είναι που τις έκανε να δουλέψουν. Αυτός είναι κατά γενική ομολογία, ο κανόνας των sequel κωμωδιών: ας ξανακάνουμε τα ίδια αστεία άλλη μια φορά, και όλο και κάποιος θα τσιμπήσει. Έλα όμως που δεν…

Η εκρηκτική πορεία του Meet The Fockers στα ταμεία της Αμερικής, βασίστηκε στο ότι ο Jay Roach αποφάσισε να πάρει έναν άλλο δρόμο, κι όσο κι αν αυτή φαίνεται να είναι η προφανής επιλογή, είναι επίσης προφανές ότι για κάποιο λόγο δεν είναι η συνηθισμένη. Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. Εκεί που το Meet the Parents είχε περισσότερη slapstick κωμωδία απ’ όση θα μπορούσε να αντέξει άνθρωπος (ωθώντας στη συνέχεια τον Stiller στα τερτίπια του Along came Polly και του Dodgeball, όπου έδωσε άλλο νόημα στις λέξεις «σωματική» και «κακοποίηση», αν και είχε ήδη δείξει έντονη προδιάθεση με το There’s Something About Mary), η φετινή ταινία δεν επιμένει τόσο στο φυσικό εξευτελισμό του Stiller, όσο στις παρεξηγήσεις που φροντίζουν να του δημιουργούν οι γονείς του, και να τον μειώνουν στα μάτια του πεθερού του.

Ο Ben Stiller και η Teri Polo επιστρέφουν στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού που προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του –αν μη τι άλλο περίεργου- πατέρα της νύφης για την επιλογή της, και να παντρευτούν. Λίγο καιρό λοιπόν αφού ο πρώην πράκτορας της CIA πεθερός του Stiller, ο Robert DeNiro, έχει δώσει το πράσινο φως για την επιχείρηση γάμος, μένει να γνωριστούν μεταξύ τους τα πεθερικά.

Σε ένα από τα καλύτερα castings των τελευταίων ετών σε κωμωδία, ο Dustin Hoffman και η Barbara Streisand, δύο αμετανόητοι τελειομανείς, κάνουν το πάρτι της ζωής τους στους ρόλους των γωνιών του Stiller, τους Fockers. Κι αυτό το old-school lineup τριών τεράτων της υποκριτικής, είναι η ανεξάντλητη πηγή της κωμικής δυναμικής της ταινίας.

Δεν εκτίμησα ποτέ τη σχετικά πρόσφατη ιδέα του DeNiro να προσπαθήσει να κωμικοποιήσει τους χαρακτήρες που τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα, όμως σ’ αυτήν εδώ την ταινία, που παίζει το ρόλο του όσο πιο straight γίνεται, δε μπορώ να μην παραδεχτώ ότι το να βγάλεις το χαρακτήρα του απ’ τους Goodfellas και να τον ρίξεις στη μέση μιας ανεμοθύελλας παρανοϊκών καταστάσεων, έχει την πλάκα του. Πόσο μάλλον το να του φοράς πλαστικό στήθος! Ok, αυτό ίσως φανεί λίγο χοντροκομμένο σε μερικούς, αλλά το αναφέρω γιατί αυτό είναι το maximum του χονδροειδούς χιούμορ της ταινίας, κι από τον Jay Roach που έχει στο βιογραφικό του δύο ταινίες του Austin Powers, μπορεί να περιμένει κανείς πολλά περισσότερα…

Όμως το πιο αξιοσημείωτο κομμάτι της ταινίας, είναι ο υπέροχος συντονισμός ανάμεσα στον Hoffman και την Streisand, οι οποίοι με την κωμική τους ιδιοφυΐα προσφέρουν τα περισσότερα αστεία στιγμιότυπα της ταινίας, και της δίνουν χρώμα με το φωνακλάδικο γεροντοέρωτά τους και την παθιασμένη τους αγάπη προς του χαρακτήρα του Stiller.

Βέβαια μπορεί να μην είναι το χρώμα που θα αρέσει σε όλους, μιας κι όντως το αμερικάνικο χιούμορ αυτού του είδους δεν έχει πάντα πολλούς θαυμαστές στη χώρα μας, όμως σε γενικές γραμμές το Meet the Fockers κινείται σε πιο σοβαρά και αξιοπρεπή επίπεδα από την πρώτη ταινία, και θα είναι για όλους μια ευχάριστη έκπληξη.
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.